Αυτό το έργο είναι μέρος μιας ευρύτερης σειράς με τίτλο «Κοιμώμενος σε ένα δάσος», η οποία εξερευνά τον μεταβατικό χώρο ανάμεσα στην εγρήγορση και τον ύπνο, όπου τα όρια της πραγματικότητας μαλακώνουν και τα σύνορα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση αρχίζουν να θολώνουν.
Η εργασία αυτή εμβαθύνει στη βαθιά, μερικές φορές ιερή σύνδεση ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τον φυσικό κόσμο. Το δάσος λειτουργεί ταυτόχρονα ως καταφύγιο και ως καθρέφτης — ένας τόπος όπου ο χρόνος απλώνει, παγώνει και διπλώνει πάνω του. Κάθε εικόνα αποτυπώνει παροδικές στιγμές σιωπής και υπέρβασης, αντανακλώντας τη σιωπηλή δύναμη του δάσους και τον τρόπο που αυτό συγκρατεί μνήμη, ανάσα και φως στους αρχαίους ρυθμούς του. Εδώ, η σιωπή στα δέντρα φέρει ένα βάρος κατανόησης και ο θόρυβος του ζωντανού αναδύεται από τη γη σαν τραγούδι. Σε αυτές τις στιγμές χάνεσαι στην ευγλωττία της σιωπής, σαν να σε νανουρίζει ένας ήσυχος ουρανός όπου ο χρόνος δεν σπρώχνει πια μπροστά.
Υπάρχει ένα αίσθημα παράδοσης στην αγκαλιά του δάσους, όπου το θείο αιωρείται στο ασαφές και οι γραμμές ανάμεσα στο εγώ και το τοπίο αρχίζουν να διαλύονται. Τα δέντρα στέκονται ως μάρτυρες, ψιθυρίζοντας αλήθειες στο σκιασμένο φως, μέχρι το βουνό και το δάσος να γίνουν εσύ, αντανακλώντας αντοχή και γαλήνη με ίσο μέτρο.
Αυτή η σειρά επιδιώκει να κρυσταλλώσει εκείνες τις φευγαλέες στιγμές όπου το δάσος μιλάει κι εμείς μένουμε αρκετά σιωπηλοί για να το ακούσουμε — μια εύθραυστη επικοινωνία όπου το να υπάρξεις αρκεί και η υπέρβαση φαίνεται μέσα στην εμβέλεια.