Η φωτογραφία, τραβηγμένη τον Νοέμβριο του 1965, απεικονίζει δύο από τους παιδικούς μου φίλους, τον Robert Walthew που κρατά ευφώνιο και τον Keith Atkey που κρατά βιολί. Η σύνθεση είναι τόσο επίσημη όσο και τα ρούχα που αναμένονταν να φορούν στο σχολείο, όμως περιέχει ασυνέπειες, όπως ο Keith που δεν φορά ούτε πουκάμισο ούτε γραβάτα, με τον ημίσκληρο γιακά του. Η φωτογραφία ήταν κάτι που απλώς συνέβη.
Μόλις εκτυπώθηκε, η φωτοφραφία καρφιτσωθήκε στον τοίχο ενός υπνοδωματίου και τυχαία βρέθηκε δίπλα σε ένα πρόγραμμα θεατρικής παράστασης που είχε δώσει το τμήμα Γαλλικών του Nottingham University νωρίτερα εκείνης της χρονιάς. Επειδή πασχίζαμε με τα A-level στα Γαλλικά, δεν κατάφερα να κατανοήσω πλήρως περί τίνος επρόκειτο το έργο, αλλά ο τίτλος με γοήτευσε. Η ιδέα να δηλώνεις ότι κάτι που θεωρείται ότι συνέβη δεν πρόκειται να συμβεί φαινόταν θαυμάσια αινιγματική... και συναρπαστική! Κάπως η φωτογραφική εικόνα και η απιθανότητα του τίτλου της παράστασης ταίριαξαν· και υπήρχε επίσης το ρομαντικό στοιχείο του να παίζεις με μια ξένη γλώσσα που καταλάβαινες εν μέρει. Πιστεύω πως τότε ήταν η πρώτη φορά που έγινα ενδιαφερόμενος για την περίεργη φύση των γλωσσών.
Μέχρι το 1975, αυτή η τυχαία γειτνίαση φωτογραφίας και έντυπου λεζάντας μου φάνηκε τόσο σημαντική που αποφάσισα να την μορφοποιήσω σε μια ενιαία εικόνα. Η εικόνα στη συνέχεια αποδομήθηκε και εκτυπώθηκε με μεταξοτυπία σε τρία στρώματα γυαλιού, τοποθετημένα με απόσταση μέσα σε ξύλινη κορνίζα. Για την ιδανική παρουσίαση το έργο απαιτούσε φωτισμό από πίσω, ωστόσο πέρασε τα επόμενα είκοσι επτά χρόνια τυλιγμένο και κρυμμένο.
Είδε ξανά το φως κατά τη διάρκεια μιας σύντομης έκθεσης στη Γαλλία το φθινόπωρο του 2002. Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, η αλληλεπίδραση αυτής της ερμητικά κλεισμένης εικόνας με το φως δεν φάνηκε πια ικανοποιητική. Αυτό που είχε γίνει το 1975 μπορούσε τώρα να βελτιωθεί· η λύση ήταν μια εσωτερική φωτεινή πηγή και ως μέσο ένας σωλήνας νέον.